αποδέχομαι


αποδέχομαι
αποδέχομαι, αποδέχτηκα και αποδέχθηκα βλ. πίν. 32

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀποδέχομαι — accept pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αποδέχομαι — (AM ἀποδέχομαι) 1. δέχομαι, παραδέχομαι 2. παίρνω, δέχομαι κάτι με ευχαρίστηση 3. εγκρίνω, επιδοκιμάζω 4. υποδέχομαι 5. ανέχομαι αρχ. μσν. 1. περιμένω 2. συμπεριφέρομαι φιλικά μσν. επιθυμώ αρχ. 1. γίνομαι οπαδός ή μαθητής κάποιου 2. επιτρέπω,… …   Dictionary of Greek

  • αποδέχομαι — [алодэхомэ] ρ. (παθ …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αποδέχομαι — χτηκα 1. δεν αποκρούω, δέχομαι: Αποδέχτηκε το δώρο του και τον ευχαρίστησε. 2. συμφωνώ, εγκρίνω: Του τηλεφώνησα ότι αποδεχόμαστε την πρότασή του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀποδέχεσθε — ἀποδέχομαι accept pres imperat mp 2nd pl ἀποδέχομαι accept pres ind mp 2nd pl ἀποδέχομαι accept imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποδεδεγμένον — ἀποδέχομαι accept perf part mp masc acc sg ἀποδέχομαι accept perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποδεδέγμεθα — ἀποδέχομαι accept perf ind mp 1st pl ἀποδέχομαι accept plup ind mp 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποδεξαμένων — ἀποδέχομαι accept aor part mid fem gen pl ἀποδέχομαι accept aor part mid masc/neut gen pl ἀποδείκνυμι point away from aor part mid fem gen pl (ionic) ἀποδείκνυμι point away from aor part mid masc/neut gen pl (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποδεξομένων — ἀποδέχομαι accept fut part mid fem gen pl ἀποδέχομαι accept fut part mid masc/neut gen pl ἀποδείκνυμι point away from fut part mid fem gen pl (ionic) ἀποδείκνυμι point away from fut part mid masc/neut gen pl (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποδεξάμενον — ἀποδέχομαι accept aor part mid masc acc sg ἀποδέχομαι accept aor part mid neut nom/voc/acc sg ἀποδείκνυμι point away from aor part mid masc acc sg (ionic) ἀποδείκνυμι point away from aor part mid neut nom/voc/acc sg (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)